Το γεγονός ότι ο Κρίστοφερ Νόλαν επέλεξε τη Λουπίτα Νιόνγκο για τον ρόλο της Ωραίας Ελένης στην Οδύσσειά του δεν είναι απλώς μια αμφιλεγόμενη καλλιτεχνική απόφαση. Είναι μια ευθεία παραποίηση της ομηρικής αλήθειας. Η προσπάθεια της παραγωγής να δικαιολογήσει την επιλογή αυτή επικαλούμενη αποκλειστικά την «ερμηνευτική ικανότητα» της ηθοποιού προσκρούει στην ίδια τη λογική του Τρωικού Πολέμου.
Ο ελληνικός μύθος έχει συγκεκριμένες ρίζες. Το περίεργο είναι ότι το Χόλιγουντ προσέχει πλέον πάρα πολύ όταν μεταφέρει ιστορίες από την Ασία, την Αφρική ή την Αμερική, φροντίζοντας οι ηθοποιοί να μοιάζουν απόλυτα με τους χαρακτήρες που υποδύονται. Στην περίπτωση της ελληνικής μυθολογίας, όμως, φαίνεται να κάνουν εξαιρέσεις και να τη χρησιμοποιούν ως πεδίο για πειραματισμούς.
Στον Όμηρο, η Ελένη δεν είναι ένας αφηρημένος χαρακτήρας που απαιτεί σύνθετη ψυχολογική ανάλυση. Είναι η «καλλίπυγος», η ξανθιά, η λευκή κόρη του Δία, το απόλυτο σύμβολο της γυναικείας ομορφιάς όπως την αντιλαμβανόταν ο αρχαίος ελληνικός κόσμος.
Ο Πάρις δεν ερωτεύτηκε μια υποκριτική δεινότητα, ούτε ταξίδεψε στη Σπάρτη για να θαυμάσει ένα ερμηνευτικό ταλέντο. Έκλεψε μια πανέμορφη γυναίκα με πολύ συγκεκριμένη εικόνα, και για αυτή την εικόνα ξεκίνησε ένας ανηλεής δεκαετής πόλεμος που αφάνισε ήρωες. Όταν η εικόνα αυτή αντικαθίσταται από μια μαύρη ηθοποιό, η ίδια η αφορμή του πολέμου χάνει την αληθοφάνειά της στην οθόνη.
Ο κινηματογράφος είναι οπτική τέχνη. Ο θεατής που έρχεται να δει μια μεταφορά της Ιλιάδας ή της Οδύσσειας δεν καλείται να λύσει γρίφους, να κατανοήσει κοινωνικούς πειραματισμούς ή να αποδεχτεί τις σύγχρονες ιδεοληψίες του Χόλιγουντ. Απαιτεί και δικαιούται να θαυμάσει την πιστότητα στο αρχικό Ομηρικό έπος.
Όταν ο σκηνοθέτης επιβάλλει μια επιλογή που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη μυθολογική και φυλετική πραγματικότητα της αρχαίας Ελλάδας, δεν ανανεώνει τον μύθο. Τον διαστρεβλώνει, αποσπά τον θεατή από την ουσία και τον αναγκάζει να παρακολουθεί μια σύγχρονη ιδεολογική κατασκευή αντί για την αληθινή ιστορία.
Εντάξει. Η υποκριτική ικανότητα της Λουπίτα Νιόνγκο δεν αμφισβητείται, αλλά είναι παντελώς άσχετη με τις απαιτήσεις του συγκεκριμένου ρόλου. Ο σεβασμός στην πολιτισμική κληρονομιά και την ομηρική αλήθεια απαιτεί οπτική ακρίβεια. Η απόφαση αυτή αποδεικνύει ότι για άλλη μια φορά η πιστότητα στον αρχαίο ελληνικό μύθο θυσιάστηκε στον βωμό της δήθεν συμπερίληψης.
