Η πρόσφατη παρουσία του Γιώργου Παπανδρέου στη Munich Security Conference (Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου) δεν ήταν μια τυπική διεθνής εμφάνιση. Ήταν μια παρέμβαση σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν θα παραμείνει θεατής των ραγδαίων παγκόσμιων εξελίξεων ή αν θα αναλάβει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση τους.
Οι συναντήσεις του με τον Πρωθυπουργό της Ισπανίας Pedro Sánchez, την Αμερικανίδα βουλευτή Alexandria Ocasio-Cortez, τον Γερουσιαστή Chris Coons, την Nancy Pelosi, πρώην Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, την Ύπατη Εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής Kaja Kallas και την Αναπληρώτρια Γενική Γραμματέα του NATO, Radmila Šekerinska δεν είχαν απλώς συμβολικό χαρακτήρα. Ανέδειξαν ένα κεντρικό ερώτημα. Ποια Ευρώπη θέλουμε;
Σήμερα το διεθνές περιβάλλον γίνεται όλο και πιο ασταθές και ευάλωτο. Οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί οξύνονται, το διεθνές δίκαιο αμφισβητείται και η έννοια της συλλογικής ασφάλειας δοκιμάζεται. Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα της «στρατηγικής αυτονομίας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκτά πραγματικό περιεχόμενο. Δεν σημαίνει απομόνωση ούτε ρήξη με συμμάχους. Σημαίνει ικανότητα λήψης αποφάσεων χωρίς εξαρτήσεις, με ενίσχυση της άμυνας, ενεργειακή επάρκεια και ψηφιακή κυριαρχία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη. Οι νέες τεχνολογίες δεν είναι ουδέτερες. Επηρεάζουν άμεσα τη δημοκρατία, την οικονομία, ακόμη και τον τρόπο που διαμορφώνεται η κοινή γνώμη. Αν η Ευρώπη δεν θεσπίσει σαφείς κανόνες, ο έλεγχος θα παραμείνει σε λίγες ισχυρές εταιρείες και σε κράτη που δεν συμμερίζονται τις ίδιες αξίες με αυτήν.
Η υπεράσπιση όμως της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου δεν είναι ρητορικό σχήμα. Είναι προϋπόθεση σταθερότητας. Σε έναν κόσμο όπου συχνά κυριαρχεί το «δίκαιο του ισχυρού», η Ευρώπη οφείλει να παραμείνει δύναμη αρχών και όχι απλός γεωγραφικός χώρος.
Το δίλημμα πλέον για την Ευρώπη είναι καθαρό. Είτε θα διαμορφώσει το μέλλον της με αυτοπεποίθηση και πολιτική βούληση, είτε θα το διαμορφώσουν άλλοι γι’ αυτήν. Και αυτή η επιλογή δεν μπορεί να αναβάλλεται επ’ αόριστον.
