Στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία, το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ θυμίζει έναν έμπειρο μηχανικό που κρατάει στα χέρια του τα σωστά σχέδια για την επισκευή μιας γέφυρας, αλλά δεν μπορεί να πείσει τους περαστικούς να τον βοηθήσουν να τη χτίσει. Ενώ το κόμμα έχει επενδύσει χρόνο και φαιά ουσία στη σύνταξη ενός προγράμματος που αγγίζει καίρια ζητήματα, από την ακρίβεια και τη στέγαση μέχρι την υγεία, το «πολιτικό του θερμόμετρο» στην κοινωνία παραμένει χαμηλό.
Το ερώτημα λοιπόν είναι αμείλικτο. Γιατί ένα κόμμα με πρόγραμμα δεν έχει αφήγημα που να ξεσηκώνει;
Το πρώτο πρόβλημα εντοπίζεται στη σύγχυση μεταξύ διαχείρισης και ηγεσίας. Το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει λύσεις που είναι ορθολογικές και τεκμηριωμένες. Ωστόσο, η πολιτική δεν είναι μόνο άθροισμα ποσοστών. Είναι, πρωτίστως, συναίσθημα και ταυτότητα. Το αφήγημα που λείπει είναι εκείνη η «μεγάλη ιστορία» που θα συνέδεε τη μείωση του ΦΠΑ ή την κοινωνική κατοικία με ένα νέο μοντέλο ζωής. Ο πολίτης δεν ξεσηκώνεται από πίνακες και περί γραμμάτων αναλύσεις, όσο σωστές κι αν είναι αυτές. Ξεσηκώνεται από την ελπίδα μιας ριζικής αλλαγής.
Κινούμενο το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ στον ενδιάμεσο χώρο, παγιδεύεται συχνά σε μια «θεσμική ευγένεια». Στην προσπάθειά του να φανεί υπεύθυνο και σοβαρό απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, αλλά και να διαφοροποιηθεί από τον λαϊκισμό, καταλήγει να εκπέμπει έναν λόγο που στερείται αιχμών. Σε μια κοινωνία που νιώθει πιεσμένη και οργισμένη από την καθημερινότητα, η μετριοπάθεια συχνά μεταφράζεται ως αναποφασιστικότητα ή, ακόμα χειρότερα, ως έλλειψη πάθους. Το αφήγημα απαιτεί σύγκρουση, και το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να την αποφεύγει για να μην ταράξει το «κεντρώο» του προφίλ.
Υπάρχει όμως και το θέμα της αξιοπιστίας του «αφηγητή». Η προσπάθεια του κόμματος να εμφανιστεί ως το «νέο» προσκρούει στη μνήμη του παρελθόντος. Για να ξεσηκώσεις την κοινωνία, πρέπει να την κάνεις να πιστέψει ότι είσαι το μέλλον της. Το ΠΑΣΟΚ, παρότι διαθέτει νέα και ικανά στελέχη, δυσκολεύεται να το επιτύχει. Το πρόγραμμά του μοιάζει με διορθωτική κίνηση, ενώ η κοινωνία αναζητά μια νέα αφετηρία.
Συμπέρασμα. Το ΠΑΣΟΚ διαθέτει τη «διάγνωση» και τη «θεραπεία», αλλά του λείπει η «φωνή» που θα εμπνεύσει τον ασθενή. Χωρίς ένα αφήγημα που να υπερβαίνει τους αριθμούς, χωρίς μια επικοινωνία που να μιλά στην καρδιά του πολίτη και όχι μόνο στη λογική του, το πρόγραμμα θα παραμένει μια σωστή αλλά σκονισμένη άσκηση επί χάρτου. Η κοινωνία δεν περιμένει απλώς έναν καλό διαχειριστή, περιμένει ένα όραμα που θα την κάνει να πιστέψει ότι η αλλαγή δεν είναι μόνο αναγκαία, αλλά και πραγματοποιήσιμη.
