Όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές στην πολιτική συγκρούονται συμφέροντα. Από τη μία, τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας, των εργαζομένων, των συνταξιούχων, των μικρομεσαίων, των νέων και, από την άλλη, εκείνα των λίγων και ισχυρών, που διαθέτουν την οικονομική και επικοινωνιακή εξουσία.
Στις δημοκρατίες, αυτά τα συμφέροντα εκφράζονται μέσα από τα κόμματα. Και στην Ελλάδα του σήμερα, οι διαχωριστικές γραμμές παραμένουν απολύτως ορατές.
Η Ν.Δ διαχρονικά εκπροσωπεί τους οικονομικά ισχυρούς. Τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, τα υψηλά εισοδήματα, όσους επιθυμούν ένα κράτος περιορισμένο, που δεν παρεμβαίνει στην αγορά και αφήνει «τους κανόνες της οικονομίας» να ρυθμίζουν τη ζωή των πολλών.
Η πολιτική της στηρίζεται στην ιδέα ότι η ανάπτυξη θα έρθει από τα πάνω, κι ότι τα οφέλη θα διαχυθούν, κάποτε, προς τα κάτω. Γι’ αυτό προωθεί ανεξέλεγκτα ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση της εργασίας, χαμηλή φορολόγηση για το μεγάλο κεφάλαιο, και περιορισμό των κοινωνικών δαπανών. Ταυτόχρονα, επικαλείται την «τάξη και ασφάλεια» ως υπέρτατες αξίες, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την κοινωνική δικαιοσύνη στη διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης.
Απέναντί της, οι προοδευτικές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΑΓΗΣ επιχειρούν να υπερασπιστούν το δημόσιο συμφέρον και να στηρίξουν το κοινωνικό κράτος, την ισότητα, τα δικαιώματα και τη διαφάνεια. Δεν είναι τέλειες, όμως η κατεύθυνσή τους είναι διαφορετική.
Η μηδενιστική λογική του «όλοι ίδιοι είναι» είναι επικίνδυνη. Βολεύει όσους έχουν συμφέρον να παραμένει ο πολίτης αδρανής, απογοητευμένος και σιωπηλός. Γιατί όσο περισσότερο αποσύρεται η κοινωνία από τη συμμετοχή, τόσο πιο εύκολα κυβερνούν οι λίγοι, χωρίς λογοδοσία.
Στη βάση αυτή, η αποφυγή κυβερνητικής συνεργασίας με τη Ν.Δ δεν είναι μια περίεργη εμμονή, ούτε ιδεολογικό καπρίτσιο. Είναι θέμα πολιτικού προσανατολισμού. Όταν δύο χώροι έχουν βαθιά διαφορετικές αξιακές ρίζες, στα εργασιακά δικαιώματα, στο κοινωνικό κράτος, στη δημοκρατική λογοδοσία, στα δημόσια αγαθά, η σύμπραξη δεν φέρνει «σύνθεση», αλλά θολώνει τα όρια και τελικά νομιμοποιεί την ηγεμονία της δεξιάς αντίληψης.
Σε μια χώρα που πλήρωσε ακριβά τις θολές γραμμές, όπως έγινε την περίοδο 2012-2014, η επιμονή στην αυτοτέλεια του προοδευτικού χώρου είναι πράξη ευθύνης.
Η συνεργασία έχει νόημα μόνο όταν δεν ακυρώνει τον λόγο ύπαρξης και την ταυτότητα όσων εκπροσωπούν τον προοδευτικό χώρο. Γιατί αν το προοδευτικό πρόσημο διαλυθεί στο όνομα της «σταθερότητας», στο τέλος μένει μόνο η σταθερότητα της συντήρησης.
