Υπήρχε μια εποχή – όχι τόσο μακρινή – που ο δημόσιος λόγος, ακόμη και στις πιο έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις, διατηρούσε ένα στοιχειώδες μέτρο ευπρέπειας. Η Βουλή λειτουργούσε ως χώρος θεσμικής αντιπαράθεσης, όπου η σύγκρουση ιδεών δεν ακύρωνε το σεβασμό προς τον ομιλητή και, κυρίως, προς τον ίδιο το θεσμό. Ο λόγος είχε σαφήνεια, ακρίβεια και επίγνωση ευθύνης.
Υπήρχε μια εποχή που οι λέξεις περνούσαν το κατώφλι της Βουλής με σεβασμό. Είχαν μνήμη, κουβαλούσαν ιστορία, πολιτισμό, παιδεία. Σήμερα μπαίνουν απροετοίμαστες, συχνά λαχανιασμένες, θυμωμένες, έτοιμες για σύγκρουση. Δεν επιχειρηματολογούν, επιτίθενται. Δεν φωτίζουν, συσκοτίζουν.
Σήμερα η εικόνα των κακοποιημένων λέξεων έχει ραγίσει το επιχείρημα, δηλαδή τον ψύχραιμο, αρθρωμένο λόγο, αντικαθιστώντας τον με την κραυγή, τις προσβολές, το επιφώνημα. Στο πολιτικό λόγο συναντιέται ο φθόνος, οι άθλιες και γελοίες κατηγορίες και οι αδίστακτες κυνικές τακτικές, προκειμένου να κλέψουν λίγα λεπτά δημοσιότητας.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι, όσο υπάρχει κοινό που χειροκροτεί τέτοιες άθλιες λογικές, το πρόβλημα δεν θα είναι το πρόσωπο αλλά οι άθλιες λογικές που διαμορφώνουν συμπεριφορές.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αισθητικό ούτε περιορίζεται σε ζητήματα «καλής συμπεριφοράς», το πρόβλημα είναι η περιρρέουσα αγραμματοσύνη. Όταν ο κοινοβουλευτικός λόγος εκπίπτει, τότε εκπίπτει και η ποιότητα της δημοκρατικής λειτουργίας, η αντιπαράθεση παύει να αφορά προγράμματα, ιδέες, λύσεις και μετατρέπεται σε προγραμματισμένη ανταλλαγή χαρακτηρισμών, καχυποψίας και απαξίωσης.
Ιδιαίτερη ευθύνη φέρουν όσοι διαθέτουν κύρος και δημόσιο βήμα. Όταν επιλέγουν τη λεκτική οξύτητα αντί της τεκμηριωμένης επιχειρηματολογίας, τότε η φθορά λόγου – αγραμματοσύνης – μετατρέπεται σε φθορά της ταυτότητάς μας.
Εδώ δεν πρόκειται για εξιδανίκευση του παρελθόντος. Κάθε περίοδος είχε τις υπερβολές της. Ωστόσο, υπήρχαν όρια που λειτουργούσαν ως αναχώματα. Σήμερα τα όρια αυτά εμφανίζονται ασαφή ή ανύπαρκτα.
Ο τρόπος με τον οποίο μιλά η Βουλή δείχνει πόσο σοβαρά παίρνουμε τον εαυτόν μας ως συλλογικότητα και πόσο εμπιστευόμαστε τους θεσμούς.
Όταν ο λόγος γίνεται πρόχειρος, η σκέψη γίνεται ρηχή, όταν η γλώσσα πληγώνεται τότε και η σκέψη πληγώνεται γιατί τόσο η γλώσσα όσο και η σκέψη είναι οι δύο επιφάνειες του αυτού φύλλου. Εάν πληγώσεις τη μία επιφάνεια, αναπόφευκτα θα πληγώσεις και την άλλη.
Το ερώτημα λοιπόν, δεν είναι αν μας ενοχλεί αυτό που ακούμε αλλά αν έχουμε καταλάβει τι προαναγγέλλει και κυρίως πού νομίζουμε ότι πηγαίνουμε.
Υ.Γ.: Η ποιότητα του κοινοβουλευτικού λόγου δεν είναι λεπτομέρεια ύφους αλλά δείκτης θεσμικής ωριμότητας.
Μιχάλης Βασ. Σούμπλης
